Δευτερολογία Μανούσου Βολουδάκη στην Ολομέλεια της Βουλής ως Γενικός Εισηγητής της ΝΔ στον Προϋπολογισμό του 2020

Τελειώνει σήμερα στην Βουλή η πενθήμερη συζήτηση του κρατικού Προϋπολογισμού του 2020, στον οποίο ο Μανούσος Βολουδάκης είναι Γενικός Εισηγητής της ΝΔ.
Στη δευτερολογία του εξήγησε γιατί τα κύρια σημεία κριτικής της αξιωματικής αντιπολίτευσης βασίζονται σε λάθη ή σε ψέμματα.

Μπορείτε παρακάτω να παρακολουθήσετε το βίντεο της ομιλίας του Μανούσου Βολουδάκη αλλά και να την διαβάσετε από τα πρακτικά της συνεδρίασης:

Πρακτικά της συνεδρίασης:

«Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, θα ήθελα κατ’ αρχάς να πω δυο λόγια στον μόλις κατελθόντα από του Βήματος κ. Βούτση.

Κύριε Βούτση, παρ’ ότι είναι θετικό ότι αναγνωρίζετε ότι έχει αλλάξει το κλίμα στην κοινωνία, ξέρετε, αυτό δεν είναι αποτέλεσμα μιας ιδεολογικής συζητήσεως σαν αυτές που είστε συνηθισμένοι να κάνετε στην Αριστερά. Είναι επιστροφή σ’ αυτό που είναι η κανονική κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας. Η ελληνική κοινωνία, ο πολύς κόσμος στην Ελλάδα, έχει πεποιθήσεις τέτοιες που ξεπερνάνε αυτό που θα χαρακτήριζε κανείς «ιδεολογία», οι οποίες είναι ξένες προς αυτό το μοντέλο το οποίο εσείς επί τεσσεράμισι χρόνια προσπαθήσατε να επιβάλετε. Μόνο οι ακραίες συνθήκες της κρίσης έκαναν τον πολύ κόσμο να κάνει τα στραβά μάτια στις παλαβές ιδέες – με συγχωρείτε για τον όρο, αλλά δεν μπορώ να το πω διαφορετικά – οι οποίες επικράτησαν για κάποιο διάστημα, οι οποίες προωθήθηκαν πριν το 2015. Μόνο οι ακραίες συνθήκες της κρίσης το κατέστησαν αυτό εφικτό και αυτές οι συνθήκες δεν θα υπάρχουν ξανά με συντονισμένη προσπάθεια όλων μας.

Τώρα, η συζήτηση του προϋπολογισμού έχει σχεδόν ολοκληρωθεί. Αισθάνομαι την ανάγκη να κάνω μία ανακεφαλαίωση ορισμένων από τα ζητήματα που έθεσε η Αντιπολίτευση, γιατί τις αυταπάτες σας – κατά τον δικό σας όρο- πριν από το 2015, έχουν διαδεχθεί μία σειρά από πλάνες περί τα πράγματα σήμερα.

Θέλω πολύ σύντομα να πω σε τι αναφέρομαι. Θα αναφέρω επιγραμματικά τα λαθεμένα σημεία κριτικής σας, τα ψευδή επιχειρήματα που προβάλλετε. Βγήκαμε από τα μνημόνια επί ΣΥΡΙΖΑ. Πράγματι, τεχνικά έληξε το πρόγραμμα. Αυτό αποτυπώνεται στην εισηγητική έκθεση και το έχετε κάνει σημαία. Όμως, αυτό που καταλαβαίνει ο κόσμος όταν λέει «Είμαστε ή δεν είμαστε σε μνημόνιο», είναι κάτι διαφορετικό.

Η ουσία, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, είναι ότι αυτή τη στιγμή ακόμα η πατρίδα μας, θέλουμε-δεν θέλουμε, είναι δεσμευμένη με τις δικές σας συμφωνίες, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι του ΣΥΡΙΖΑ, μέχρι το 2060. Μέσα σ’ αυτό παλεύουμε. Τα επιτεύγματα τα οποία μας παρουσιάζετε της δικής σας περιόδου είναι στην πραγματικότητα η δυναμική αντίδραση της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας που έμεινε ζωντανή παρά τους πειραματισμούς σας και ξαναμπήκε σιγά-σιγά στον δρόμο που βιαίως διακόψατε το 2015. Το 2014 είχε αρχίσει ήδη αυτή η φυσική αντίδραση. Διεκόπη από τους δικούς σας εγκληματικούς πειραματισμούς και χειρισμούς και σιγά-σιγά, πράγματι, μέχρι και στα δικά σας χρόνια είχε αρχίσει αυτό να βελτιώνεται. Δεν θα το αποδώσετε, όμως, αυτό σε δικές σας ενέργειες. Το γεγονός ότι καθυστερημένα αρχίσατε να αντιμετωπίζετε –και στρεβλά- ένα μέρος της πραγματικότητας δεν είναι πολύ μεγάλο σας επίτευγμα.

Δεύτερο μείζον σημείο πλάνης, ψεύδους, είναι το εξής: Δεν διαπραγματευτήκατε τη μείωση των πλεονασμάτων, μας λέτε. Ήδη, απαντήθηκε ότι ο Πρωθυπουργός ουδέποτε μίλησε για μείωση των πλεονασμάτων πριν το 2021 και αυτό όχι γιατί μας αρέσει όπως είναι. Τα πλεονάσματα είναι στη θέση τους. Τα πλεονάσματα συμφωνήθηκαν όπως συμφωνήθηκαν από εσάς, γιατί έτσι οι πιστωτές διαβεβαιώνονται ότι θα πάρουν πίσω τα χρήματά τους, ότι θα πληρωθεί το χρέος. Αυτό, λοιπόν, για να συμβεί, για να αλλάξει το πλεόνασμα, πρέπει να τους πείσουμε ότι το χρέος θα αποπληρωθεί νωρίτερα. Τώρα άρχισε να γίνεται αυτό. Τώρα στην έκθεση αξιολόγησης υπάρχει ήδη μείωση του χρόνου στον οποίο το χρέος φτάνει στο 100% του ΑΕΠ.

Τρίτη μεγάλη κατηγορία πλάνης είναι η εξής: Μειώνονται, λέει, οι δαπάνες διαφόρων κατηγοριών πολιτικής. Η ανάλγητη Δεξιά κόβει το ένα, κόβει το άλλο, περικόπτει τις πολιτικές οι οποίες διευκολύνουν τον λαό.

Κατ’ αρχάς, το σύνολο των δημοσίων δαπανών αυξάνει. Ο φετινός προϋπολογισμός σε σχέση με τον περυσινό έχει 772 εκατομμύρια ευρώ παραπάνω, δηλαδή περισσότερες δημόσιες δαπάνες. Ναι, αλλά θα μου πείτε εσείς τώρα ή θα προσπαθήσετε να δημιουργήσετε σε όσους σας ακούν την εντύπωση ότι η ανάλγητη Δεξιά παίρνει τις δαπάνες από εκεί που ωφελείται ο λαός και τις πάει κάπου αλλού.

Ε, να δούμε λοιπόν τους τομείς που είναι κατ’ εξοχήν αυτοί που αφορούν τους ασθενέστερους οικονομικά. Στους φορείς κοινωνικής ασφάλισης έχουμε αύξηση των δαπανών 1,1 δισεκατομμύριο ευρώ. Στις προνοιακές δαπάνες υπάρχει αύξηση, επίσης, 230 δισεκατομμυρίων ευρώ. Υπάρχει ένα μικρό τρικ που κάνετε –θέλω να πιστεύω όχι συνειδητά- ως προς τα προνοιακά επιδόματα και βλέπω ότι το έχει πιστέψει και πολύς κόσμος. Λέτε ότι τα προνοιακά επιδόματα μειώνονται στον προϋπολογισμό φέτος σε σχέση με πέρυσι. Δεν μειώνονται. Ο περυσινός είχε μέσα και δύο μήνες του 2018 και το ξέρετε.

Άρα, λοιπόν, κάνοντας αυτή τη μικρή στάθμιση, ο προϋπολογισμός του 2020 ως προς τα προνοιακά επιδόματα είναι ακριβώς ίδιος με αυτόν του 2019, δηλαδή 740 εκατομμύρια ευρώ.

Η επόμενη μεγάλη πλάνη είναι η εξής: Δεν ωφελείται, λέει, η μεσαία τάξη από τις φορολογικές ελαφρύνσεις και τις άλλες σας πολιτικές. Τώρα σας έπιασε ο πόνος για τη μεσαία τάξη;

Ας δούμε δύο-τρία σημεία μόνο από το πόσο ωφελείται η μεσαία τάξη. Είχαμε, κατ’ αρχάς, την επέκταση της ελάφρυνσης του ΕΝΦΙΑ. Συζητήθηκε εκτενέστατα. Δεν θα πω περισσότερα για έναν κυρίως λόγο, επειδή δηλαδή αυτά τα είδε ήδη ο κόσμος στην τσέπη του και ξέρουν πόσοι και ποιοι ωφελήθηκαν. Ας μη λέμε εμείς, ας κρίνουν μόνοι τους.

Όμως, ας μιλήσουμε γι’ αυτά που έχουν να κάνουν με το μέλλον. Για τους φορολογικούς συντελεστές λέτε ότι πάλι έχουν ένα ταξικό πρόσημο που ωφελεί κάποια ελίτ, κατά τη δική σας αντίληψη. Παραλείπετε το γεγονός, βέβαια, ότι ο φορολογικός συντελεστής που μειώνεται περισσότερο είναι αυτός του πρώτου κλιμακίου, του χαμηλότερου εισοδήματος, που μάλιστα πάει και στη μεσαία τάξη γιατί τον εισαγωγικό συντελεστή τον σέρνει κανείς φορολογικά μαζί του ό,τι εισόδημα και να έχει.

Όμως, εκεί που γίνεται η μεγαλύτερη προσπάθεια παραπλάνησης ως προς τα φορολογικά, είναι στο ζήτημα της μείωσης των φορολογικών συντελεστών των επιχειρήσεων. Αυτή η μείωση από το 28% στο 24% κατά τη δική σας ανάγνωση αφορά τη μειοψηφία των κερδοφόρων επιχειρήσεων.

Κατά την εισήγηση της αξιόπιστης συναδέλφου, της γενικής εισηγήτριας του ΣΥΡΙΖΑ, αφορούσε το 40% των επιχειρήσεων. Στην πορεία της συζήτησης -όχι από σας, αλλά από άλλους συναδέλφους- έγινε 2,5%, γιατί μόνο αυτοί έχουν κέρδη, το 40% περίπου, λέει η κ. Παπανάτσιου -ορθώς-, άρα μόνο αυτούς αφορά. Μα, δεν είναι έτσι, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι. Όποιος έχει μια επιχείρηση και την κρατά -θέλω να πω την κρατά ζωντανή, ανοιχτή- ευελπιστεί ότι θα έχει κέρδη. Μπορεί πέρυσι να είχε ζημιές, αλλά την επιχείρηση την κρατά, γιατί του χρόνου, τον επόμενο χρόνο περιμένει ότι θα έχει κέρδη. Αυτός θα δει όφελος. Εάν περίμενε ότι κάθε χρόνο θα είχε ζημιές, απλώς θα την έκλεινε. Άρα, λοιπόν, δεν ισχύει αυτό που λέτε. Η μείωση των φορολογικών συντελεστών αφορά όλες τις επιχειρήσεις, ακόμα και τις μικρές επιχειρήσεις. Και εκεί, επειδή οι μικρές επιχειρήσεις είναι αυτές που πνίγηκαν όλο αυτό το διάστημα, είναι και πολύ μεγαλύτερη η σημασία της.

Εδώ έχουμε μια άλλη πολύ μεγάλη πλάνη σε σχέση με τη μεσαία τάξη, από την οποία τείνετε να εξαφανίσετε για κάποιον λόγο τους ελεύθερους επαγγελματίες. Ξέρετε τι σημαίνει για τον ελεύθερο επαγγελματία που δεν έχει αφορολόγητο μείωση 13% στον εισαγωγικό φορολογικό συντελεστή, εκεί που κατατάσσονται, εκεί που φορολογούνται οι περισσότεροι από τους ελεύθερους επαγγελματίες; Είναι 1.300 ευρώ τον χρόνο! Πηγαίνετε να πείτε σε αυτούς τους ελεύθερους επαγγελματίες του εισοδήματος των 10.000 ευρώ τον χρόνο ότι δεν ωφελήθηκαν, γιατί 1.300 ευρώ στα 10.000 δεν είναι αρκετά, για να δούμε τι θα σας πουν.

Η κ. Αχτσιόλγου μάς παρουσίασε κάποιους πίνακες με την εξέλιξη του μέσου μισθού στην Ελλάδα. Βεβαίως αν αθροίσει κανείς τις μεταβολές που στον ίδιο αυτόν πίνακα παρουσίασε η κ. Αχτσιόγλου όλο το διάστημα της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ μέχρι και τα στοιχεία του 2019 που είναι διαθέσιμα, φτάνει στο μηδέν, δεν έχει καμμία επίπτωση.

Όμως, η κ. Αχτσιόγλου λέει ότι το 2018 υπήρξε μια βελτίωση 1%, γιατί τότε κάναμε την αλλαγή στις συλλογικές συμβάσεις. Όμως, το 2019, που είναι πάλι δική σας περίοδος, στην αρχή αντιστρέφεται η τάση αυτή. Είναι -0,1% σε σχέση με το 2018, πάλι μείωση. Γιατί; Διότι απλούστατα αποδεικνύεται ότι η πορεία των μισθών δεν είναι κυρίως αποτέλεσμα του τι γίνεται με τη νομοθεσία, αλλά είναι κυρίως αποτέλεσμα του τι γίνεται στην πραγματική οικονομία.

Ο κόσμος της εργασίας, τον οποίο συχνά επικαλείστε, δεν έχει σχέση με αυτό στο οποίο απευθύνεστε. Απευθύνεστε στη μειοψηφία των συνδικαλιστών. Και όσον αφορά το ποια είναι η σχέση σας με τον κόσμο της εργασίας, φάνηκε από το ποια ήταν η στάση σας -μη σας φανεί παράδοξο- στη συζήτηση και ψηφοφορία του νομοσχεδίου για την ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού. Αυτοί είναι ο κατ’ εξοχήν κόσμος της εργασίας, αυτοί είναι οι άνθρωποι που ξεσπιτώθηκαν για να πάνε να δουλέψουν και αυτούς προσπαθήσατε να περιορίσετε όσο το δυνατόν περισσότερο από τη δυνατότητα να ψηφίσουν, γιατί ξέρετε ότι είναι διαφορετικής φιλοσοφίας από τη δική σας.

Ο κ. Τσακαλώτος μάς ανέφερε – και σας ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε, για τη μικρή ανοχή – τα δεδομένα της διεθνούς οικονομίας και την αρνητική, αναιμική πορεία των επενδύσεων παγκοσμίως. Ορθώς. Όμως, κύριε Τσακαλώτε, αυτή είναι μια ευρύτερη κουβέντα που έχει να κάνει και με στοιχεία που ξεφεύγουν από την τρέχουσα οικονομική ανάλυση.

Εμείς στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια έχουμε κάθε χρόνο μέσα στην κρίση το μισό ποσοστό επενδύσεων ως ποσοστό του ΑΕΠ σε σχέση με την Ευρώπη, για να μην πάμε μακριά. Έχουμε το μισό από αυτό που έχουν οι άλλοι. Άρα, ναι πράγματι εμείς πρέπει να δούμε διαφορετικά την πολιτική μας και να κάνουμε ό,τι είναι δυνατόν για να προσελκύσουμε επενδύσεις. Αυτό είναι που κάνει και την παραγωγικότητα της εργασίας χαμηλή και εξ αυτού του λόγου είναι και οι μισθοί πράγματι χαμηλοί.

Όλα αυτά, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι λάθη που έχουν προκύψει από την οικονομική ανάλυση των δεδομένων. Στην πραγματικότητα έχουν προκύψει από την πολιτική σας σύγχυση. Έχετε από τη μία τον παλιό σας εαυτό, τον σκληρό σας πυρήνα και από την άλλη, τη νέα σας εκλογική βάση, περιορισμένη μεν σε σχέση με το 2015, αλλά εκλογική βάση πολύ μεγαλύτερη από τον παλιό σκληρό σας πυρήνα.

Η σύγχυση που αποτυπώνεται στις εδώ τοποθετήσεις σας είναι ότι οι θέσεις που έχετε στην καρδιά και το μυαλό σας δεν έχουν καμμία σχέση με αυτό που είναι η νοοτροπία, η ιδεολογία, θα έλεγε ενδεχομένως κάποιος άλλος, της μεγάλης πλειοψηφίας των Ελλήνων πολιτών.

Η μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών, ο πολύς κόσμος, είτε τους πείτε «μεσαία τάξη» είτε αθροίσετε σε αυτούς και τις εισοδηματικά χαμηλότερες τάξεις, έχει το πρότυπο της προκοπής, της προσωπικής οικογενειακής προκοπής. Αυτοί οι άνθρωποι θέλουν να πάνε μπροστά οι ίδιοι και τα παιδιά τους, θέλουν να ζουν σε μια κοινωνία που προοδεύει, θέλουν να πηγαίνουν τα παιδιά τους σε πανεπιστήμια και σχολεία κανονικά, να μπορούν βασισμένοι στις δικές τους δυνάμεις να ζήσουν ένα αύριο καλύτερο από το χθες. Αυτό δεν ταιριάζει με τη δική σας ιδεολογία, με το δικό σας ιδεολογικό πρότυπο, δηλαδή με το πρότυπο του κράτους που φορολογεί για να μοιράζει επιδόματα σε ανθρώπους που περιμένουν επιδόματα και ταυτίζουν τη ζωή τους και την πρόοδό τους με αυτά.

Αυτή, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, είναι η μείζονα διαφορά που έχετε σήμερα σε σχέση με το παρελθόν σας. Και από ό,τι φαίνεται από την επιχειρηματολογία που προβάλλετε, δεν μπορείτε να το αντιμετωπίσετε γιατί, όπως είπα και στην αρχή απαντώντας στον κ. Βούτση, οι Έλληνες άκουσαν τη δική σας ρητορική μόνο σε πολύ ειδικές συνθήκες και δεν την ξανακούν, γιατί τώρα έχουμε μια πολιτική και οικονομική κατάσταση που επιτρέπει να συζητάμε αυτό τον προϋπολογισμό που δίνει μια μακράς πνοής προοπτική εξόδου από την κρίση, που βασίζεται στην απελευθέρωση των παραγωγικών δυνάμεων του τόπου, που βασίζεται στις δυνάμεις των Ελλήνων, στη δημιουργικότητά τους, στην εργατικότητά τους, στην πίστη τους στην πατρίδα τους. Και αυτό είναι η μοναδική μας εγγύηση και για ευημερία, αλλά και για μια ισχυρή Ελλάδα.

Σας ευχαριστώ πολύ.»